ほうじる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 προσφέρω, αφιερώνω
  2. 02 υπακούω, ακολουθώ, πιστεύω σε, υπηρετώ
  3. 03 φέρω με υπερηφάνεια

Κλίση

Παρόν (απλό)
奉じる
Παρόν (ευγενικό)
奉じます
Άρνηση (απλή)
奉じない
Άρνηση (ευγενική)
奉じません
Παρελθόν (απλό)
奉じた
Παρελθόν (ευγενικό)
奉じました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
奉じなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
奉じませんでした
Τε-μορφή
奉じて
Δυνητική
奉じられる
Προστακτική
奉じろ
Βουλητική
奉じよう
Υποθετική (ば)
奉じれば