奉奠
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ταπεινή παρουσίαση κάποιου αντικειμένου, ευλαβική προσφορά
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 奉奠する
- Παρόν (ευγενικό)
- 奉奠します
- Άρνηση (απλή)
- 奉奠しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 奉奠しません
- Παρελθόν (απλό)
- 奉奠した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 奉奠しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 奉奠しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 奉奠しませんでした
- Τε-μορφή
- 奉奠して
- Δυνητική
- 奉奠できる
- Προστακτική
- 奉奠しろ
- Βουλητική
- 奉奠しよう
- Υποθετική (ば)
- 奉奠すれば
- Υποθετική (たら)
- 奉奠したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 奉奠したい
- Απαγορευτική (~な)
- 奉奠するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 奉奠しなさい
- Παθητική
- 奉奠される
- Αιτιατική
- 奉奠させる