そうする

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναφέρω στον αυτοκράτορα
  2. 02 παίζω μουσικό όργανο
  3. 03 επιτυγχάνω, ολοκληρώνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
奏する
Παρόν (ευγενικό)
奏します
Άρνηση (απλή)
奏しない
Άρνηση (ευγενική)
奏しません
Παρελθόν (απλό)
奏した
Παρελθόν (ευγενικό)
奏しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
奏しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
奏しませんでした
Τε-μορφή
奏して
Δυνητική
奏できる
Προστακτική
奏しろ
Βουλητική
奏しよう
Υποθετική (ば)
奏すれば