奏で合う
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συντονίζομαι, εναρμονίζομαι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 奏で合う
- Παρόν (ευγενικό)
- 奏で合います
- Άρνηση (απλή)
- 奏で合わない
- Άρνηση (ευγενική)
- 奏で合いません
- Παρελθόν (απλό)
- 奏で合った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 奏で合いました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 奏で合わなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 奏で合いませんでした
- Τε-μορφή
- 奏で合って
- Δυνητική
- 奏で合える
- Προστακτική
- 奏で合え
- Βουλητική
- 奏で合おう
- Υποθετική (ば)
- 奏で合えば
- Υποθετική (たら)
- 奏で合ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 奏で合いたい
- Απαγορευτική (~な)
- 奏で合うな
- Προστακτική (ευγενική)
- 奏で合いなさい
- Παθητική
- 奏で合われる
- Αιτιατική
- 奏で合わせる