奢る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα κερνώ (κάποιον κάτι), προσφέρω κέρασμα (σε κάποιον), πληρώνω (σε κάποιον ένα γεύμα, ποτό, κ.λπ.)
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα σπαταλώ, ζω με πολυτέλεια
Παραδείγματα
-
私が奢るよ。
Εγώ θα κεράσω.
-
今日は僕が奢るから、好きなものを注文してね。
Σήμερα κεράζω εγώ, οπότε παραγγείλτε ό,τι θέλετε.
-
苦労して得た富を、人前で奢るような人にはなりたくない。
Δε θέλω να γίνω άνθρωπος που επιδεικνύει τον πλούτο που απέκτησε με κόπο.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 奢る
- Παρόν (ευγενικό)
- 奢ります
- Άρνηση (απλή)
- 奢らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 奢りません
- Παρελθόν (απλό)
- 奢った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 奢りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 奢らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 奢りませんでした
- Τε-μορφή
- 奢って
- Δυνητική
- 奢れる
- Προστακτική
- 奢れ
- Βουλητική
- 奢ろう
- Υποθετική (ば)
- 奢れば
- Υποθετική (たら)
- 奢ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 奢りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 奢るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 奢りなさい
- Παθητική
- 奢られる
- Αιτιατική
- 奢らせる