奥
ουσιαστικό | N3 | Μετάφραση από JMdict
- 01 εσωτερικό μέρος, εσωτερικό, πίσω μέρος (π.χ. συρταριού, λαιμού), βάθη (π.χ. δάσους), ενδότερα (π.χ. σπηλαίου), καρδιά, τέλος (π.χ. δρόμου, κήπου)
- 02 διαμέρισμα (στο πίσω μέρος ενός σπιτιού), εσωτερικό δωμάτιο
- 03 ενδότερα (του μυαλού ή της καρδιάς), βάθος (της καρδιάς), πίσω (από τα λόγια), μυστήρια (μιας τέχνης)
Παραδείγματα
-
その奥にあります。
Είναι εκεί μέσα/πίσω.
-
部屋の奥に小さな窓があります。
Στο βάθος του δωματίου υπάρχει ένα μικρό παράθυρο.
-
この絵画の奥深い意味を理解するのは難しい。
Είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς το βαθύ νόημα αυτού του πίνακα.