おくふか

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βαθυστόχαστος, περίπλοκος, προχωρημένος, δυσνόητος

Κλίση

Παρόν (απλό)
奥の深い
Παρόν (ευγενικό)
奥の深いです
Άρνηση (απλή)
奥の深くない
Άρνηση (ευγενική)
奥の深くないです
Παρελθόν (απλό)
奥の深かった
Παρελθόν (ευγενικό)
奥の深かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
奥の深くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
奥の深くなかったです
Τε-μορφή
奥の深くて
Υποθετική (ば)
奥の深ければ