おくゆかしい

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εκλεπτυσμένος, κομψός, χάριτος πλήρης, καλλιεργημένος
  2. 02 σεμνός, συγκρατημένος, διακριτικός, ταπεινόφρων

Κλίση

Παρόν (απλό)
奥ゆかしい
Παρόν (ευγενικό)
奥ゆかしいです
Άρνηση (απλή)
奥ゆかしくない
Άρνηση (ευγενική)
奥ゆかしくないです
Παρελθόν (απλό)
奥ゆかしかった
Παρελθόν (ευγενικό)
奥ゆかしかったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
奥ゆかしくなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
奥ゆかしくなかったです
Τε-μορφή
奥ゆかしくて
Υποθετική (ば)
奥ゆかしければ