奪うばい取とる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λεηλατώ, αρπάζω, ξεσηκώνω

Παραδείγματα

  • 私わたしはボールを奪うばい取とる。

    Αρπάζω την μπάλα.

  • 彼かれは強引ごういんに彼女かのじょの自由じゆうを奪うばい取とった。

    Της στέρησε με τη βία την ελευθερία της.

  • 敵てきの侵略者しんりゃくしゃは、その土地とちの人ひと々の文化ぶんかと伝統でんとうまでをも奪うばい取とろうとした。

    Οι εχθροί εισβολείς προσπάθησαν να λεηλατήσουν ακόμα και τον πολιτισμό και τις παραδόσεις των ντόπιων.

Κλίση

Παρόν (απλό)
奪い取る
Παρόν (ευγενικό)
奪い取ります
Άρνηση (απλή)
奪い取らない
Άρνηση (ευγενική)
奪い取りません
Παρελθόν (απλό)
奪い取った
Παρελθόν (ευγενικό)
奪い取りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
奪い取らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
奪い取りませんでした
Τε-μορφή
奪い取って
Δυνητική
奪い取れる
Προστακτική
奪い取れ
Βουλητική
奪い取ろう
Υποθετική (ば)
奪い取れば