うば

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αλληλοσπαράσσομαι για κάτι, διεκδικώ επίμονα, παλεύω για την απόκτηση κάποιου πράγματος

Κλίση

Παρόν (απλό)
奪い合う
Παρόν (ευγενικό)
奪い合います
Άρνηση (απλή)
奪い合わない
Άρνηση (ευγενική)
奪い合いません
Παρελθόν (απλό)
奪い合った
Παρελθόν (ευγενικό)
奪い合いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
奪い合わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
奪い合いませんでした
Τε-μορφή
奪い合って
Δυνητική
奪い合える
Προστακτική
奪い合え
Βουλητική
奪い合おう
Υποθετική (ば)
奪い合えば