ふる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επιστρατεύω (π.χ. το θάρρος μου), ανακαλώ, ξεσηκώνω
  2. 02 ζωντανεύω, αναζωογονούμαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
奮う
Παρόν (ευγενικό)
奮います
Άρνηση (απλή)
奮わない
Άρνηση (ευγενική)
奮いません
Παρελθόν (απλό)
奮った
Παρελθόν (ευγενικό)
奮いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
奮わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
奮いませんでした
Τε-μορφή
奮って
Δυνητική
奮える
Προστακτική
奮え
Βουλητική
奮おう
Υποθετική (ば)
奮えば