ふんぱつ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καταβολή έντονης προσπάθειας, προσπάθεια, δυναμική κινητοποίηση, ξέσπασμα δράσης
  2. 02 σπατάλη, πολυέξοδη αγορά, κέρασμα (στον εαυτό μου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
奮発する
Παρόν (ευγενικό)
奮発します
Άρνηση (απλή)
奮発しない
Άρνηση (ευγενική)
奮発しません
Παρελθόν (απλό)
奮発した
Παρελθόν (ευγενικό)
奮発しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
奮発しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
奮発しませんでした
Τε-μορφή
奮発して
Δυνητική
奮発できる
Προστακτική
奮発しろ
Βουλητική
奮発しよう
Υποθετική (ば)
奮発すれば