女おんな

ουσιαστικό | N5 | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: じょ , おみな

  1. 01 γυναίκα, θηλυκό
  2. 02 ερωμένη, φιλενάδα, κοπέλα, η γυναίκα κάποιου

Παραδείγματα

  • あの女おんなの人ひとは、私わたしのお母かあさんです。

    Αυτή η γυναίκα είναι η μητέρα μου.

  • 彼女かのじょは、仕事しごとと子育こそだてを両立りょうりつさせる強つよい女おんなです。

    Είναι μια δυνατή γυναίκα που καταφέρνει να συνδυάζει δουλειά και ανατροφή παιδιών.

  • 時代じだいの変化へんかとともに、社会しゃかいにおける女おんなの役割やくわりも大おおきく変かわってきている。

    Καθώς οι καιροί αλλάζουν, ο ρόλος της γυναίκας στην κοινωνία έχει μεταμορφωθεί ριζικά.