Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
女たらし
おんなたらし
女
女
おんな
たらし
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
γυναικάς, καρδιοκατακτητής, δον ζουάν, εραστής των γυναικών