おんなになる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ενηλικιώνομαι, γίνομαι γυναίκα
  2. 02 χάνω την παρθενιά μου (για γυναίκα), αποκτώ σεξουαλική εμπειρία

Κλίση

Παρόν (απλό)
女になる
Παρόν (ευγενικό)
女になります
Άρνηση (απλή)
女にならない
Άρνηση (ευγενική)
女になりません
Παρελθόν (απλό)
女になった
Παρελθόν (ευγενικό)
女になりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
女にならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
女になりませんでした
Τε-μορφή
女になって
Δυνητική
女になれる
Προστακτική
女になれ
Βουλητική
女になろう
Υποθετική (ば)
女になれば