おんなあま

άλλο, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αδύναμος απέναντι στις γυναίκες, γυναικάς, που έχει αδυναμία στις γυναίκες

Κλίση

Παρόν (απλό)
女に甘い
Παρόν (ευγενικό)
女に甘いです
Άρνηση (απλή)
女に甘くない
Άρνηση (ευγενική)
女に甘くないです
Παρελθόν (απλό)
女に甘かった
Παρελθόν (ευγενικό)
女に甘かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
女に甘くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
女に甘くなかったです
Τε-μορφή
女に甘くて
Υποθετική (ば)
女に甘ければ