おんな姿すがたになる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μεταμφιέζομαι σε γυναίκα

Κλίση

Παρόν (απλό)
女の姿になる
Παρόν (ευγενικό)
女の姿になります
Άρνηση (απλή)
女の姿にならない
Άρνηση (ευγενική)
女の姿になりません
Παρελθόν (απλό)
女の姿になった
Παρελθόν (ευγενικό)
女の姿になりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
女の姿にならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
女の姿になりませんでした
Τε-μορφή
女の姿になって
Δυνητική
女の姿になれる
Προστακτική
女の姿になれ
Βουλητική
女の姿になろう
Υποθετική (ば)
女の姿になれば