Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
女子学生
じょしがくせい
女
女
じょ
子
し
学
がく
生
せい
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
θηλυκή μαθήτρια, φοιτήτρια