女性らしい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 θηλυκός, γυναικείος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 女性らしい
- Παρόν (ευγενικό)
- 女性らしいです
- Άρνηση (απλή)
- 女性らしくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 女性らしくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 女性らしかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 女性らしかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 女性らしくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 女性らしくなかったです
- Τε-μορφή
- 女性らしくて
- Υποθετική (ば)
- 女性らしければ
- Υποθετική (たら)
- 女性らしかったら