Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
女手一つで
おんなでひとつで
女
女
おんな
手
で
一
ひと
つで
άλλο
|
Μετάφραση από
JMdict
01
μόνη της, χωρίς βοήθεια (συνήθως για γυναίκα που μεγαλώνει παιδιά), μόνη της, ως ανύπαντρη μητέρα