おんな

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γυναικεία ρίψη, ρίψη με γυναικείο τρόπο

Κλίση

Παρόν (απλό)
女投げする
Παρόν (ευγενικό)
女投げします
Άρνηση (απλή)
女投げしない
Άρνηση (ευγενική)
女投げしません
Παρελθόν (απλό)
女投げした
Παρελθόν (ευγενικό)
女投げしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
女投げしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
女投げしませんでした
Τε-μορφή
女投げして
Δυνητική
女投げできる
Προστακτική
女投げしろ
Βουλητική
女投げしよう
Υποθετική (ば)
女投げすれば