おんなくさ

επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μυρίζω γυναίκα
  2. 02 θηλυπρεπής, γυναικείος

Κλίση

Παρόν (απλό)
女臭い
Παρόν (ευγενικό)
女臭いです
Άρνηση (απλή)
女臭くない
Άρνηση (ευγενική)
女臭くないです
Παρελθόν (απλό)
女臭かった
Παρελθόν (ευγενικό)
女臭かったです
Παρελθόν άρνηση (απλή)
女臭くなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
女臭くなかったです
Τε-μορφή
女臭くて
Υποθετική (ば)
女臭ければ