好すきになる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχίζω να μου αρέσει, αρχίζω να συμπαθώ, ερωτεύομαι

Παραδείγματα

  • 私わたしは猫ねこが好すきになりました。

    Άρχισαν να μου αρέσουν οι γάτες.

  • 彼かれと話はなすうちに、彼かれのことが好すきになりました。

    Καθώς μιλούσαμε, άρχισα να τον συμπαθώ.

  • 最初さいしょは単たんなる同僚どうりょうとしか思おもっていなかったのに、いつの間まにか彼かれの魅力みりょくに惹ひかれ、深ふかく好すきになっていました。

    Στην αρχή τον έβλεπα απλά σαν συνάδελφο, αλλά κάπως, χωρίς να το καταλάβω, με τράβηξε η γοητεία του και τον ερωτεύτηκα βαθιά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
好きになる
Παρόν (ευγενικό)
好きになります
Άρνηση (απλή)
好きにならない
Άρνηση (ευγενική)
好きになりません
Παρελθόν (απλό)
好きになった
Παρελθόν (ευγενικό)
好きになりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
好きにならなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
好きになりませんでした
Τε-μορφή
好きになって
Δυνητική
好きになれる
Προστακτική
好きになれ
Βουλητική
好きになろう
Υποθετική (ば)
好きになれば