かっ

ουσιαστικό, επίθετο | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ασυδοσία, εγωισμός, αυτοάφεση

Παραδείγματα

  • かれ好き勝手すきかってします。

    Αυτός κάνει ό,τι θέλει.

  • 子供こどもいえ好き勝手すきかってなことをすると、おやこまります。

    Όταν τα παιδιά κάνουν ό,τι θέλουν στο σπίτι, οι γονείς δυσκολεύονται.

  • 自分じぶん好き勝手すきかってうのはいけないが、ときにはまわりに使つかいすぎるのもかんがえものだ。

    Δεν είναι καλό να συμπεριφέρεσαι όπως θες, αλλά καμιά φορά το να νοιάζεσαι υπερβολικά για τους άλλους είναι κι αυτό πρόβλημα.