好き好む
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 επιλέγω να κάνω κάτι, μου αρέσει, τρέφω προτίμηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 好き好む
- Παρόν (ευγενικό)
- 好き好みます
- Άρνηση (απλή)
- 好き好まない
- Άρνηση (ευγενική)
- 好き好みません
- Παρελθόν (απλό)
- 好き好んだ
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 好き好みました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 好き好まなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 好き好みませんでした
- Τε-μορφή
- 好き好んで
- Δυνητική
- 好き好める
- Προστακτική
- 好き好め
- Βουλητική
- 好き好もう
- Υποθετική (ば)
- 好き好めば
- Υποθετική (たら)
- 好き好んだら
- Επιθυμητική (~たい)
- 好き好みたい
- Απαγορευτική (~な)
- 好き好むな
- Προστακτική (ευγενική)
- 好き好みなさい
- Παθητική
- 好き好まれる
- Αιτιατική
- 好き好ませる