好もしい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 παρωχημένο ευχάριστος, συμπαθής, επιθυμητός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 好もしい
- Παρόν (ευγενικό)
- 好もしいです
- Άρνηση (απλή)
- 好もしくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 好もしくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 好もしかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 好もしかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 好もしくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 好もしくなかったです
- Τε-μορφή
- 好もしくて
- Υποθετική (ば)
- 好もしければ
- Υποθετική (たら)
- 好もしかったら