こう

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τρέφω καλή θέληση (για κάποιον), εύχομαι σε κάποιον το καλό
  2. 02 τρέφω έντονη συμπάθεια (για κάποιον), έχω συναισθηματική εμπλοκή

Κλίση

Παρόν (απλό)
好意を持つ
Παρόν (ευγενικό)
好意を持ちます
Άρνηση (απλή)
好意を持たない
Άρνηση (ευγενική)
好意を持ちません
Παρελθόν (απλό)
好意を持った
Παρελθόν (ευγενικό)
好意を持ちました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
好意を持たなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
好意を持ちませんでした
Τε-μορφή
好意を持って
Δυνητική
好意を持てる
Προστακτική
好意を持て
Βουλητική
好意を持とう
Υποθετική (ば)
好意を持てば