如ごとく

άλλο | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: しく

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα όπως, σαν

Παραδείγματα

  • 子供こどもの如ごとく走はしる。

    Τρέχει σαν παιδί.

  • 彼かれは嵐あらしの如ごとく去さっていった。

    Έφυγε σαν θύελλα.

  • 彼かれの言葉ことばは、聞きく者ものの心こころに鋭するどい矢やの如ごとく刺ささった。

    Τα λόγια του διαπέρασαν την καρδιά του ακροατή σαν ένα αιχμηρό βέλος.