妄動
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 απερίσκεπτη πράξη, παράτολμη ενέργεια
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 妄動する
- Παρόν (ευγενικό)
- 妄動します
- Άρνηση (απλή)
- 妄動しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 妄動しません
- Παρελθόν (απλό)
- 妄動した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 妄動しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 妄動しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 妄動しませんでした
- Τε-μορφή
- 妄動して
- Δυνητική
- 妄動できる
- Προστακτική
- 妄動しろ
- Βουλητική
- 妄動しよう
- Υποθετική (ば)
- 妄動すれば
- Υποθετική (たら)
- 妄動したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 妄動したい
- Απαγορευτική (~な)
- 妄動するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 妄動しなさい
- Παθητική
- 妄動される
- Αιτιατική
- 妄動させる