もうだん

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αυθαίρετη απόφαση
  2. 02 βιαστική απόφαση

Κλίση

Παρόν (απλό)
妄断する
Παρόν (ευγενικό)
妄断します
Άρνηση (απλή)
妄断しない
Άρνηση (ευγενική)
妄断しません
Παρελθόν (απλό)
妄断した
Παρελθόν (ευγενικό)
妄断しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
妄断しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
妄断しませんでした
Τε-μορφή
妄断して
Δυνητική
妄断できる
Προστακτική
妄断しろ
Βουλητική
妄断しよう
Υποθετική (ば)
妄断すれば