妄評
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 άδικη κριτική, υβριστικά σχόλια
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 妄評する
- Παρόν (ευγενικό)
- 妄評します
- Άρνηση (απλή)
- 妄評しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 妄評しません
- Παρελθόν (απλό)
- 妄評した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 妄評しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 妄評しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 妄評しませんでした
- Τε-μορφή
- 妄評して
- Δυνητική
- 妄評できる
- Προστακτική
- 妄評しろ
- Βουλητική
- 妄評しよう
- Υποθετική (ば)
- 妄評すれば
- Υποθετική (たら)
- 妄評したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 妄評したい
- Απαγορευτική (~な)
- 妄評するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 妄評しなさい
- Παθητική
- 妄評される
- Αιτιατική
- 妄評させる