Ευρετήριο
Σχετικά
Ευρετήριο
Σχετικά
Αρχική
妹分
いもうとぶん
妹
妹
いもうと
分
ぶん
ουσιαστικό
|
Μετάφραση από
JMdict
01
προστατευόμενη, κάποια που κάποιος θεωρεί ως μικρότερη αδελφή