さいたずさえる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνοδεύομαι από την οικογένειά μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
妻子を携える
Παρόν (ευγενικό)
妻子を携えます
Άρνηση (απλή)
妻子を携えない
Άρνηση (ευγενική)
妻子を携えません
Παρελθόν (απλό)
妻子を携えた
Παρελθόν (ευγενικό)
妻子を携えました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
妻子を携えなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
妻子を携えませんでした
Τε-μορφή
妻子を携えて
Δυνητική
妻子を携えられる
Προστακτική
妻子を携えろ
Βουλητική
妻子を携えよう
Υποθετική (ば)
妻子を携えれば