始はじめる

ρήμα, άλλο | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αρχίζω, ξεκινώ, εγκαινιάζω, δημιουργώ
  2. 02 ιδρύω (π.χ. επιχείρηση, σύλλογο), ανοίγω (π.χ. κατάστημα)
  3. 03 αρχίζω να..., ξεκινώ να...

Παραδείγματα

  • 勉強べんきょうを始はじめます。

    Θα αρχίσω να διαβάζω.

  • 来月らいげつから新あたらしい仕事しごとを始はじめます。

    Από τον επόμενο μήνα θα ξεκινήσω μια καινούργια δουλειά.

  • 何なにか新あたらしいことを始はじめるのは、いつも勇気ゆうきがいります。

    Πάντα χρειάζεται θάρρος για να αρχίσεις κάτι καινούργιο.

Κλίση

Παρόν (απλό)
始める
Παρόν (ευγενικό)
始めます
Άρνηση (απλή)
始めない
Άρνηση (ευγενική)
始めません
Παρελθόν (απλό)
始めた
Παρελθόν (ευγενικό)
始めました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
始めなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
始めませんでした
Τε-μορφή
始めて
Δυνητική
始められる
Προστακτική
始めろ
Βουλητική
始めよう
Υποθετική (ば)
始めれば