委ゆだねる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αναθέτω (ζήτημα) σε κάποιον, αφήνω στην κρίση κάποιου
  2. 02 παραδίνομαι σε (π.χ. ηδονή), ενδίδω σε (π.χ. θυμό), αφοσιώνομαι σε

Παραδείγματα

  • 私わたしは彼かれに仕事しごとを委ゆだねる。

    Του αναθέτω τη δουλειά.

  • 重要じゅうような決定けっていは専門家せんもんかの判断はんだんに委ゆだねるべきだ。

    Οι σημαντικές αποφάσεις πρέπει να αφήνονται στην κρίση των ειδικών.

  • 人生じんせいの新あらたな局面きょくめんに立たち、自分じぶんの運命うんめいを大自然だいしぜんの流ながれに委ゆだねることとした。

    Στεκόμενος σε ένα νέο κεφάλαιο της ζωής μου, αποφάσισα να αφεθώ στη ροή της φύσης και να εμπιστευτώ τη μοίρα μου σε αυτήν.

Κλίση

Παρόν (απλό)
委ねる
Παρόν (ευγενικό)
委ねます
Άρνηση (απλή)
委ねない
Άρνηση (ευγενική)
委ねません
Παρελθόν (απλό)
委ねた
Παρελθόν (ευγενικό)
委ねました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
委ねなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
委ねませんでした
Τε-μορφή
委ねて
Δυνητική
委ねられる
Προστακτική
委ねろ
Βουλητική
委ねよう
Υποθετική (ば)
委ねれば