しんにかかわる

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 θίγω το γόητρο κάποιου, προσβάλλω την αξιοπρέπεια κάποιου

Κλίση

Παρόν (απλό)
威信にかかわる
Παρόν (ευγενικό)
威信にかかわります
Άρνηση (απλή)
威信にかかわらない
Άρνηση (ευγενική)
威信にかかわりません
Παρελθόν (απλό)
威信にかかわった
Παρελθόν (ευγενικό)
威信にかかわりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
威信にかかわらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
威信にかかわりませんでした
Τε-μορφή
威信にかかわって
Δυνητική
威信にかかわれる
Προστακτική
威信にかかわれ
Βουλητική
威信にかかわろう
Υποθετική (ば)
威信にかかわれば