威い厳げん

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αξιοπρέπεια, μεγαλείο, σοβαρότητα, επιβλητικότητα

Παραδείγματα

  • 威厳いげんがある。

    Έχει αξιοπρέπεια.

  • 彼かれは威厳いげんのある態度たいどで話はなしました。

    Μίλησε με επιβλητικότητα.

  • 長年ながねんの経験けいけんが彼かれの顔かおに威厳いげんを与あたえ、人ひと々を惹ひきつけました。

    Τα χρόνια εμπειρίας του χάρισαν μια αξιοπρέπεια στο πρόσωπό του που προσέλκυε τους ανθρώπους.