婿むこ

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 εισδοχή γαμπρού στην οικογένεια της νύφης

Κλίση

Παρόν (απλό)
婿入りする
Παρόν (ευγενικό)
婿入りします
Άρνηση (απλή)
婿入りしない
Άρνηση (ευγενική)
婿入りしません
Παρελθόν (απλό)
婿入りした
Παρελθόν (ευγενικό)
婿入りしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
婿入りしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
婿入りしませんでした
Τε-μορφή
婿入りして
Δυνητική
婿入りできる
Προστακτική
婿入りしろ
Βουλητική
婿入りしよう
Υποθετική (ば)
婿入りすれば