こび

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κοκετάρω (για γυναίκα), προσελκύω πελάτη (για πόρνη)
  2. 02 κολακεύω, γλείφομαι

Κλίση

Παρόν (απλό)
媚を売る
Παρόν (ευγενικό)
媚を売ります
Άρνηση (απλή)
媚を売らない
Άρνηση (ευγενική)
媚を売りません
Παρελθόν (απλό)
媚を売った
Παρελθόν (ευγενικό)
媚を売りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
媚を売らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
媚を売りませんでした
Τε-μορφή
媚を売って
Δυνητική
媚を売れる
Προστακτική
媚を売れ
Βουλητική
媚を売ろう
Υποθετική (ば)
媚を売れば