よめ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παντρεύομαι, νυμφεύομαι άντρα

Κλίση

Παρόν (απλό)
嫁入る
Παρόν (ευγενικό)
嫁入ります
Άρνηση (απλή)
嫁入らない
Άρνηση (ευγενική)
嫁入りません
Παρελθόν (απλό)
嫁入った
Παρελθόν (ευγενικό)
嫁入りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
嫁入らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
嫁入りませんでした
Τε-μορφή
嫁入って
Δυνητική
嫁入れる
Προστακτική
嫁入れ
Βουλητική
嫁入ろう
Υποθετική (ば)
嫁入れば