嫉視反目
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός ζήλια και έχθρα, το να ζηλεύει κανείς και να βρίσκεται σε σύγκρουση (με τον άλλον)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 嫉視反目する
- Παρόν (ευγενικό)
- 嫉視反目します
- Άρνηση (απλή)
- 嫉視反目しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 嫉視反目しません
- Παρελθόν (απλό)
- 嫉視反目した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 嫉視反目しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 嫉視反目しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 嫉視反目しませんでした
- Τε-μορφή
- 嫉視反目して
- Δυνητική
- 嫉視反目できる
- Προστακτική
- 嫉視反目しろ
- Βουλητική
- 嫉視反目しよう
- Υποθετική (ば)
- 嫉視反目すれば
- Υποθετική (たら)
- 嫉視反目したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 嫉視反目したい
- Απαγορευτική (~な)
- 嫉視反目するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 嫉視反目しなさい
- Παθητική
- 嫉視反目される
- Αιτιατική
- 嫉視反目させる