きら

ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μισώ, απεχθάνομαι, σιχαίνομαι, δεν συμπαθώ
  2. 02 αποφεύγω
  3. 03 αδιαφορώ, αγνοώ, παραβλέπω
  4. 04 βλάπτω, κάνω κακό (π.χ. η σκόνη στα μηχανήματα)

Παραδείγματα

  • 子供こども野菜やさいきら

    Τα παιδιά δεν συμπαθούν τα λαχανικά.

  • おおくのひとは、約束やくそくやぶひときらいます

    Πολλοί άνθρωποι δεν συμπαθούν όσους αθετούν τις υποσχέσεις τους.

  • かれひととのあらそいをきらい、つね平和的へいわてき解決策かいけつさくさがしている。

    Αυτός αποφεύγει τις διαμάχες με τους άλλους και αναζητά πάντα ειρηνικές λύσεις.

Κλίση

Παρόν (απλό)
嫌う
Παρόν (ευγενικό)
嫌います
Άρνηση (απλή)
嫌わない
Άρνηση (ευγενική)
嫌いません
Παρελθόν (απλό)
嫌った
Παρελθόν (ευγενικό)
嫌いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
嫌わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
嫌いませんでした
Τε-μορφή
嫌って
Δυνητική
嫌える
Προστακτική
嫌え
Βουλητική
嫌おう
Υποθετική (ば)
嫌えば