άλλο, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 χαρούμενος, ευδιάθετος, γεμάτος χαρά

Παραδείγματα

  • その嬉々ききとしています。

    Το παιδί είναι χαρούμενο.

  • かれ試験しけん合格ごうかくし、嬉々ききとして家族かぞく報告ほうこくしました。

    Πέρασε τις εξετάσεις και ανακοίνωσε χαρούμενος την επιτυχία του στην οικογένειά του.

  • 長年ながねんゆめかない、彼女かのじょ嬉々ききとしてあたらしい生活せいかつへの期待きたいむねふくらませていました。

    Το όνειρο πολλών χρόνων έγινε πραγματικότητα και εκείνη, γεμάτη χαρά, προσδοκούσε με ανυπομονησία τη νέα της ζωή.