嬉戯
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 χοροπηδητό, παιχνιδιάρικη διάθεση, ξεφάντωμα, χαρούμενο παιχνίδι
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 嬉戯する
- Παρόν (ευγενικό)
- 嬉戯します
- Άρνηση (απλή)
- 嬉戯しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 嬉戯しません
- Παρελθόν (απλό)
- 嬉戯した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 嬉戯しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 嬉戯しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 嬉戯しませんでした
- Τε-μορφή
- 嬉戯して
- Δυνητική
- 嬉戯できる
- Προστακτική
- 嬉戯しろ
- Βουλητική
- 嬉戯しよう
- Υποθετική (ば)
- 嬉戯すれば
- Υποθετική (たら)
- 嬉戯したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 嬉戯したい
- Απαγορευτική (~な)
- 嬉戯するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 嬉戯しなさい
- Παθητική
- 嬉戯される
- Αιτιατική
- 嬉戯させる