なぶ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα πειράζω, διακωμωδώ, κοροϊδεύω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα περιγελάω, ειρωνεύομαι, χλευάζω
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα παίζω με, πειράζω, σκαλίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
嬲る
Παρόν (ευγενικό)
嬲ります
Άρνηση (απλή)
嬲らない
Άρνηση (ευγενική)
嬲りません
Παρελθόν (απλό)
嬲った
Παρελθόν (ευγενικό)
嬲りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
嬲らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
嬲りませんでした
Τε-μορφή
嬲って
Δυνητική
嬲れる
Προστακτική
嬲れ
Βουλητική
嬲ろう
Υποθετική (ば)
嬲れば