子どもらしい
επίθετο | Μετάφραση από JMdict
- 01 παιδικός, σαν παιδί, αθώος, αφελής
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 子どもらしい
- Παρόν (ευγενικό)
- 子どもらしいです
- Άρνηση (απλή)
- 子どもらしくない
- Άρνηση (ευγενική)
- 子どもらしくないです
- Παρελθόν (απλό)
- 子どもらしかった
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 子どもらしかったです
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 子どもらしくなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 子どもらしくなかったです
- Τε-μορφή
- 子どもらしくて
- Υποθετική (ば)
- 子どもらしければ
- Υποθετική (たら)
- 子どもらしかったら