子作り
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 προσπάθεια για σύλληψη, προσπάθεια για τεκνοποίηση
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 子作りする
- Παρόν (ευγενικό)
- 子作りします
- Άρνηση (απλή)
- 子作りしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 子作りしません
- Παρελθόν (απλό)
- 子作りした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 子作りしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 子作りしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 子作りしませんでした
- Τε-μορφή
- 子作りして
- Δυνητική
- 子作りできる
- Προστακτική
- 子作りしろ
- Βουλητική
- 子作りしよう
- Υποθετική (ば)
- 子作りすれば
- Υποθετική (たら)
- 子作りしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 子作りしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 子作りするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 子作りしなさい
- Παθητική
- 子作りされる
- Αιτιατική
- 子作りさせる