どもけんおや

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παροιμία όταν τα παιδιά μαλώνουν οι γονείς επεμβαίνουν, η ανακατωσούρα των παιδιών φέρνει τους μεγάλους στα πράγματα

Κλίση

Παρόν (απλό)
子供の喧嘩に親が出る
Παρόν (ευγενικό)
子供の喧嘩に親が出ます
Άρνηση (απλή)
子供の喧嘩に親が出ない
Άρνηση (ευγενική)
子供の喧嘩に親が出ません
Παρελθόν (απλό)
子供の喧嘩に親が出た
Παρελθόν (ευγενικό)
子供の喧嘩に親が出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
子供の喧嘩に親が出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
子供の喧嘩に親が出ませんでした
Τε-μορφή
子供の喧嘩に親が出て
Δυνητική
子供の喧嘩に親が出られる
Προστακτική
子供の喧嘩に親が出ろ
Βουλητική
子供の喧嘩に親が出よう
Υποθετική (ば)
子供の喧嘩に親が出れば