ぶくろ

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μήτρα
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα μήτρα χοιρινού ή μοσχαριού που καταναλώνεται ψητή ή ωμή