存する
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 υπάρχω, παραμένω, ζω
- 02 συνίσταμαι, έγκειμαι, εξαρτώμαι
- 03 διατηρώ, φυλάσσω, κρατώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 存する
- Παρόν (ευγενικό)
- 存します
- Άρνηση (απλή)
- 存しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 存しません
- Παρελθόν (απλό)
- 存した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 存しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 存しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 存しませんでした
- Τε-μορφή
- 存して
- Δυνητική
- 存できる
- Προστακτική
- 存しろ
- Βουλητική
- 存しよう
- Υποθετική (ば)
- 存すれば
- Υποθετική (たら)
- 存したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 存したい
- Απαγορευτική (~な)
- 存するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 存しなさい
- Παθητική
- 存される
- Αιτιατική
- 存させる